ΚΙΒΩΤΟΣ

...Ταξιδεύοντας στο χρόνο, με φίλους που δεν πρόλαβαν να "μεγαλώσουν"... Και όλο ταξιδεύουμε μαζί, αναζητώντας το Νησί της Ελευθερίας των Ανθρώπων...




Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

"Το ΄Δόγμα του Σοκ" στην Ελλάδα και τον κόσμο (Βίντεο)


 Του Χριστόφορου Παπαδάκη

"Το Δόγμα του Σοκ" της Ναόμι Κλάιν, το διάβασα αρχές της δεκαετίας του 2010, πριν γίνουν στην Ελλάδα όλα αυτά που ακολούθησαν και που διατυπώνονται σε αυτό το εκπληκτικό βιβλίο, για το ΔΝΤ και το αιμματοκύλισμα που προκάλεσε επί σειρά δεκαετιών σε πολλές χώρες του κόσμου. Σήμερα αναδημοσιεύω το παρακάτω κομμάτι, ως ελάχιστη..."αφιέρωση" στον κύριο Τσίπρα, στον κύριο Ομπάμα και σε όσους συμμετείχαν στη σημερινή φιέστα, ενώ έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και το σχετικό βίντεο!

Ο πρώην αξιωματούχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου άρχιζε την επιστολή του ως εξής: «Σήμερα παραιτούμαι από το προσωπικό του ΔΝΤ, ύστερα από 12 χρόνια και έπειτα από χίλιες μέρες εργασίας στο εξωτερικό ως αξιωματούχος του Ταμείου, κατά τη διάρκεια των οποίων, με όπλα τα φάρμακά σας και τα κόλπα σας, εφορμούσα σαν γεράκι εναντίον των κυβερνήσεων και των λαών της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής και της Αφρικής. Για μένα, η παραίτησή μου είναι μια ανεκτίμητη απελευθέρωση, επειδή με αυτόν τον τρόπο κάνω το πρώτο μεγάλο βήμα που θα μου επιτρέψει να ελπίζω ότι θα μπορέσω να ξεπλύνω τα χέρια μου από το αίμα εκατομμυρίων φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων [...]. Ξέρετε, το αίμα είναι τόσο πολύ που κυλάει σαν ποτάμι. Και όταν στεγνώνει, σχηματίζει πάνω μου μια κρούστα. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι δεν υπάρχει αρκετό σαπούνι σε ολόκληρο τον κόσμο για να καθαριστώ από όλα όσα έκανα εν ονόματί σας».
Ο Μπαντού συνέχιζε τεκμηριώνοντας τις καταγγελίες εναντίον του ΔΝΤ, ότι χρησιμοποιούσε τις στατιστικές ως "φονικά όπλα". Παρέθετε λεπτομερή στοιχεία για το πώς, ως υπάλληλος του ΔΝΤ, είχε αναμειχθεί σε εσκεμμένα "στατιστικά σφάλματα" προκειμένου να διογκωθούν τα αριθμητικά στοιχεία στις εκθέσεις του Ταμείου για το πλούσιο σε πετρέλαια Τρινιντάντ και Τομπάνγκο, ώστε η χώρα να δείχνει πολύ λιγότερο σταθερή από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο Μπαντού ισχυριζόταν ότι το ΔΝΤ είχε διογκώσει τα στατιστικά στοιχεία για το εργατικό κόστος, με συνέπεια η παραγωγικότητα της χώρας να φαίνεται πολύ χαμηλή, παρόλο που το Ταμείο γνώριζε τα πραγματικά δεδομένα. Σε μια άλλη περίπτωση, διατεινόταν, το ΔΝΤ «επινόησε, κυριολεκτικά από το πουθενά ένα τεράστιο απλήρωτο κρατικό χρέος».
Αυτές οι «απαράδεκτες παρατυπίες» που, σύμφωνα με τον Μπαντού, ήταν εσκεμμένες και δεν οφείλονταν σε «επιπόλαιους, μαθηματικούς υπολογισμούς», αντιμετωπίστηκαν ως αδιαμφισβήτητα δεδομένα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες έκριναν την οικονομία του Τρινιντάντ και Τομπάνγκο επισφαλή και σταμάτησαν να το χρηματοδοτούν. Τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, που είχαν πυροδοτηθεί από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, του βασικού εξαγωγικού προϊόντος της, πήραν γρήγορα ολέθριες διαστάσεις και το Τρινιντάντ και Τομπάνγκο υποχρεώθηκε να ικετεύσει το ΔΝΤ να διασώσει την οικονομία του. Το Ταμείο απαίτησε να γίνει αποδεκτό αυτό που ο Μπαντού αποκαλεί «το πιο θανατηφόρο φάρμακο του ΔΝΤ: Απολύσεις, περικοπές στους μισθούς και "όλη η γκάμα" των πολιτικών διαρθρωτικής προσαρμογής».
Ο Μπαντού περιέγραφε τη διαδικασία ως «εσκεμμένη διακοπή της οικονομικής γραμμής ζωής της χώρας μέσω τεχνασμάτων», με σκοπό, «αφού πρώτα το Τρινιντάντ και Τομπάνγκο καταστραφεί οικονομικά, να υποστεί στη συνέχεια την απαιτούμενη διαδικασία αναμόρφωσης».
Στην επιστολή του ο Μπαντού, που πέθανε το 2001, καθιστούσε σαφές ότι οι αντιρρήσεις του δεν αφορούσαν μόνο τον τρόπο αντιμετώπισης μιας χώρας από μια χούφτα αξιωματούχων. Αντιμετώπιζε ολόκληρο το πρόγραμμα των διαρθρωτικών προσαρμογών του ΔΝΤ ως μια μορφή μαζικών βασανιστηρίων, καθώς «κυβερνήσεις και λαοί που ουρλιάζουν από τον πόνο υποχρεούνται να γονατίζουν μπροστά μας τσακισμένοι, τρομοκρατημένοι και κομματιασμένοι, ικετεύοντας για ένα ίχνος λογικής και αξιοπρέπειας εκ μέρους μας. Όμως εμείς γελάμε απάνθρωπα στα μούτρα τους και τα βασανιστήρια συνεχίζονται αμείωτα».
Ο πρώην αξιωματούχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου άρχιζε την επιστολή του ως εξής: «Σήμερα παραιτούμαι από το προσωπικό του ΔΝΤ, ύστερα από 12 χρόνια και έπειτα από χίλιες μέρες εργασίας στο εξωτερικό ως αξιωματούχος του Ταμείου, κατά τη διάρκεια των οποίων, με όπλα τα φάρμακά σας και τα κόλπα σας, εφορμούσα σαν γεράκι εναντίον των κυβερνήσεων και των λαών της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής και της Αφρικής. Για μένα, η παραίτησή μου είναι μια ανεκτίμητη απελευθέρωση, επειδή με αυτόν τον τρόπο κάνω το πρώτο μεγάλο βήμα που θα μου επιτρέψει να ελπίζω ότι θα μπορέσω να ξεπλύνω τα χέρια μου από το αίμα εκατομμυρίων φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων [...]. Ξέρετε, το αίμα είναι τόσο πολύ που κυλάει σαν ποτάμι. Και όταν στεγνώνει, σχηματίζει πάνω μου μια κρούστα. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι δεν υπάρχει αρκετό σαπούνι σε ολόκληρο τον κόσμο για να καθαριστώ από όλα όσα έκανα εν ονόματί σας».
Ο Μπαντού συνέχιζε τεκμηριώνοντας τις καταγγελίες εναντίον του ΔΝΤ, ότι χρησιμοποιούσε τις στατιστικές ως "φονικά όπλα". Παρέθετε λεπτομερή στοιχεία για το πώς, ως υπάλληλος του ΔΝΤ, είχε αναμειχθεί σε εσκεμμένα "στατιστικά σφάλματα" προκειμένου να διογκωθούν τα αριθμητικά στοιχεία στις εκθέσεις του Ταμείου για το πλούσιο σε πετρέλαια Τρινιντάντ και Τομπάνγκο, ώστε η χώρα να δείχνει πολύ λιγότερο σταθερή από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο Μπαντού ισχυριζόταν ότι το ΔΝΤ είχε διογκώσει τα στατιστικά στοιχεία για το εργατικό κόστος, με συνέπεια η παραγωγικότητα της χώρας να φαίνεται πολύ χαμηλή, παρόλο που το Ταμείο γνώριζε τα πραγματικά δεδομένα. Σε μια άλλη περίπτωση, διατεινόταν, το ΔΝΤ «επινόησε, κυριολεκτικά από το πουθενά ένα τεράστιο απλήρωτο κρατικό χρέος».
Αυτές οι «απαράδεκτες παρατυπίες» που, σύμφωνα με τον Μπαντού, ήταν εσκεμμένες και δεν οφείλονταν σε «επιπόλαιους, μαθηματικούς υπολογισμούς», αντιμετωπίστηκαν ως αδιαμφισβήτητα δεδομένα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες έκριναν την οικονομία του Τρινιντάντ και Τομπάνγκο επισφαλή και σταμάτησαν να το χρηματοδοτούν. Τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, που είχαν πυροδοτηθεί από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, του βασικού εξαγωγικού προϊόντος της, πήραν γρήγορα ολέθριες διαστάσεις και το Τρινιντάντ και Τομπάνγκο υποχρεώθηκε να ικετεύσει το ΔΝΤ να διασώσει την οικονομία του. Το Ταμείο απαίτησε να γίνει αποδεκτό αυτό που ο Μπαντού αποκαλεί «το πιο θανατηφόρο φάρμακο του ΔΝΤ: Απολύσεις, περικοπές στους μισθούς και "όλη η γκάμα" των πολιτικών διαρθρωτικής προσαρμογής».
Ο Μπαντού περιέγραφε τη διαδικασία ως «εσκεμμένη διακοπή της οικονομικής γραμμής ζωής της χώρας μέσω τεχνασμάτων», με σκοπό, «αφού πρώτα το Τρινιντάντ και Τομπάνγκο καταστραφεί οικονομικά, να υποστεί στη συνέχεια την απαιτούμενη διαδικασία αναμόρφωσης».
Στην επιστολή του ο Μπαντού, που πέθανε το 2001, καθιστούσε σαφές ότι οι αντιρρήσεις του δεν αφορούσαν μόνο τον τρόπο αντιμετώπισης μιας χώρας από μια χούφτα αξιωματούχων. Αντιμετώπιζε ολόκληρο το πρόγραμμα των διαρθρωτικών προσαρμογών του ΔΝΤ ως μια μορφή μαζικών βασανιστηρίων, καθώς «κυβερνήσεις και λαοί που ουρλιάζουν από τον πόνο υποχρεούνται να γονατίζουν μπροστά μας τσακισμένοι, τρομοκρατημένοι και κομματιασμένοι, ικετεύοντας για ένα ίχνος λογικής και αξιοπρέπειας εκ μέρους μας. Όμως εμείς γελάμε απάνθρωπα στα μούτρα τους και τα βασανιστήρια συνεχίζονται αμείωτα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: